Οιδίπους (ιη')
(Κι έτσι απομείνανε, με θωπεύματα στον άνεμο, λες ξεκαθάριζαν της πνοής του την σιγή... Εκείνος αναρωτήθηκε για κείνη την φωνή του που λες δεν ήτανε δική του -- και για κείνο το ισάξιο νανούρισμα για ύπνο γνωστικό καταμεσής της μέρας -- μα για ποιόν;... Και σύντομα αφαίρεσαι απ' την θέασή του τον ουρανό. Κοίταζε χάμω -- αναμετρούσε άλλην μια απόπειρα, μακριά απ' τα πτίλα του ενυπνίου, μα το νεογέννητο ήταν τώρα ελαφρύ, κι είχε σφαλίσει τα μάτια)